- ανωνυμογράφος
- οαυτός που δε βάζει την υπογραφή του σ' όσα γράφει: Οι καταγγελίες των ανωνυμογράφων δε λαβαίνονται υπόψη. Ρήμα ανωνυμογραφώ -ησα: Είχε την κακή συνήθεια να ανωνυμογραφεί.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.